Περιεχόμενα

Επιλογές Θεμάτων

Αναφορικά με τα αναπάντητα ερωτήματα που άφησε το πέρας των "Olympic Games" 

Μπορεί τα «Olympic Games» να έφτασαν στο πέρας τους, αφήνοντας να ξεφύγει ένα μεγάλο «ουουφ» ανακούφισης πάνω από την νεοελλάδα, προερχόμενο από τους περισσότερους σχεδόν νεοέλληνες. Τόσο από αυτούς που ήταν αντίθετοι στη διοργάνωση, όσο κι από αυτούς που ήταν υπέρ. Αυτή ωστόσο η ανακούφιση αφορά και την αποφυγή κάποιων πολύ ουσιωδών ερωτημάτων τα οποία επανήλθαν στην μνήμη, μέσω της αναγκαστικής ενασχόλησης των «Olympic Games» με την αρχαιοελληνική καταβολή των αγώνων, και την σύνδεση αυτής με την νεοελλάδα. Με σημείο εκκίνησης τους αρχαιοελληνικούς Κούρους και κατάληξης τον τούρκικο Καραγκιόζη, παρέα με τον λοβοτομημένο και καθεστωτικό Νιόνιο, ο εμπνευστής της τελετής έναρξης και λήξης δεν θα μπορούσε να περιγράψει γλαφυρότερα την ιστορική πορεία του ελληνικού Έθνους. Από τους Κούρους στον Καραγκιόζη, μέσω Ντάτσουν με καρπούζια.

Τόσο στα δικά μας όσο και τα προγονικά μάτια οι παρασπονδίες και οι ασχημοσύνες δεν ήταν μόνο οι ντοπαρισμένοι «αθλητές», ο αμαρτωλός χορός των εκατομμυρίων, ή η χρησιμοποίηση των ονομάτων δύο Εθνικών μας Θεών στις άμορφες μασκότ αυτών των «αγώνων», αλλά και η μεγαλύτερη δυνατή απόσταση που είχαν τα «Olympic Games» από τους αυθεντικούς Ολυμπιακούς αγώνες. Ίσως βεβαίως να μην μπορούσε να γίνει και διαφορετικά με τον σημερινό τύπο ανθρώπου. Η ασχημοσύνη αφορούσε επίσης μια ολότελα διαστρεβλωμένη εικόνα της αρχαίας Ελλάδας, όπως αυτή έφτανε στους ακροατές, μέσα από μια γιγαντιαία οικονομική δραστηριότητα, με κύριο γνώμονά της ότι η συνέχιση των Ολυμπιακών ιδεωδών συνεχίζεται απρόσκοπτα μέχρι τις αποφράδες ημέρες μας. Οι χορηγοί λ.χ. προσπάθησαν να μας πείσουν ότι είναι δήθεν συνεχιστές του θεσμού της αρχαιοελληνικής χορηγίας, ένα μέτρο του Δήμου με σκοπό την πραγμάτωση και της οικονομικής Δημοκρατίας μέσω της ισομέρειας κατανομής του παραγόμενου πλούτου. Αυτός ο θεσμός που στην αρχαιοελληνική Πόλη αποτελούσε δικλείδα ασφαλείας για τον υπέρμετρο ατομικό πλουτισμό στη σημερινή ημικαπιταλιστική και ημιθεοκρατική Ελλάδα αποτελεί οικονομική επένδυση που αποφέρει ακόμα μεγαλύτερα έσοδα και σε καμία περίπτωση δεν επιτελεί την λειτουργία που επιτελούσε στην αρχαιότητα, όσο κι αν προσπαθούν μανιασμένα να μας πείσουν οι διαφημιστές των «χορηγών».

Η σχέση της νεοελληνικής πολιτείας με τον αυθεντικό ελληνικό, δηλαδή προχριστιανικό, πολιτισμό έχει καθοριστεί με γνώμονα ένα καπηλευτικό και ρηχό «δανεισμό» μορφολογικών στοιχείων από την ελληνική αρχαιότητα. Όταν λ.χ. θέλουμε να θαμπώσουμε τους ξένους, ή όταν εναγωνίως καλούμαστε ν’ αποδείξουμε ότι δήθεν έχουμε ζώσα παράδοση, πλην της μισανθρωπικής Ορθοδοξίας βέβαια που δεν «περνάει» στην Εσπερία, και κάποια είδους αυθεντικότητα η οποία θα μας διαχωρίσει από την ομοιομορφία της ισοπεδωτικής κακώς εννοούμενης πολυπολιτισμικότητας, όταν ζητάμε αναγνώριση (από ποιους άραγε;) ως προαιώνιο Έθνος τότε βέβαια γινόμαστε ξανά «Έλληνες» αρπάζοντας, ως κοινοί κλέφτες ό,τι ταιριάζει με τις πρόσκαιρες ανάγκες του καιροσκοπισμού μας, από το βαθύπλουτο αρχαίο παρελθόν. Όταν όμως πρόκειται για τον καθορισμό της πολιτικής τής παιδείας και του πολιτισμού τότε η ελληνική αρχαιότητα ταυτίζεται με την προγονοπληξία και το ξεπερασμένο παρελθόν, τότε ανακαλύπτεται ο ιουδαιοχριστιανισμός σαν δήθεν συνέχεια ενός ολότελα όμως διαφορετικού φύση και θέση παρελθόντος. Για το οποίο οφείλουμε κιόλας να ντρεπόμαστε μήπως και μας αποκαλέσουν αρχαιόπληκτους!!! Απαγορεύουμε και Αριστοφάνη «άμα λάχει ναούμ» (με την προφορά του υπερνομάρχη Ψωμιάδη παρακαλώ) διότι διαβρώνει με τον «αναρχισμό» του, τα χρηστά μας ήθη, και ενοχλεί ο ειδωλολάτρης τον Γιαχωβά και τον γιο του.

Ακόμα όμως και ο τρόπος που γίνεται η ανέξοδη και καπηλευτική χρήση της ελληνικής αρχαιότητας με την συνεπακόλουθη σκύλευσή της που εγγυάται μια τέτοια νοοτροπία, ουσιαστικά με μια μεταφυσική μέθοδο, ώστε να μην χρειάζονται οι λογικές τεκμηριώσεις που να εξηγούν, και πώς θα μπορούσαν άλλωστε, πώς από την αυτοθέσμιση της αρχαιοελληνικής πόλης περάσαμε στην διαχωρισμένη εξουσία του ελέω αρχιεπισκόπου, αστικού κοινοβουλευτισμού, πώς από την θρησκευτική ανοχή, στην μισαλλοδοξία της Ορθοδοξίας. Με μαγικό τρόπο ενώνονται δύο διαφορετικοί κόσμοι με διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις και αποσιωπούνται επιμελώς οι ποταμοί αίματος που προκάλεσε η Ορθοδοξία για να επιβάλλει τη δική της «μοναδική αλήθεια» στους κατακτημένους Έλληνες, αποσιωπάται τεχνηέντως ότι ουδεμία σχέση μπορεί να έχει η άμεση Δημοκρατία των αρχαιοελληνικών Πόλεων με τον σημερινό κοινοβουλευτισμό της βλακοκρατίας, επειδή ο τελευταίος φέρει χαριστικά το όνομα «δημοκρατία». Η υπερπήδηση της λογικής και η προβολή ενός μοντέλου μυστικιστικής υποβολής ώστε να παρέχονται τα τυχόν απαραίτητα άλλοθι ενδελεχούς αποσαφήνισης, είναι ο μόνος τρόπος για να συνδεθούν οι όποιες αντιφάσεις και να γεννηθεί μια ακόμα συναίνεση απέναντι στην εξουσία που δήθεν έχει αφετηρία στα βάθη των αιώνων και προστατεύεται και διατηρείται από κάποια ανυπέρβλητη δύναμη.

Ακόμη και η σχέση με το σώμα έχει αλλάξει, το σώμα σήμερα αντιμετωπίζεται σαν κάτι που προετοιμάζεται για να πουληθεί, φορτώνεται την επιθετική σεξουαλικότητα του ανικανοποίητου η οποία ομοιάζει όλο και περισσότερο σε πορνογραφικές πόζες, οξύνοντας ακόμη περισσότερο την επιθυμία, φορτώνοντας στο σώμα την αναγκαιότητα της ηδονοβλεπτικής έξης. Αντί το σώμα να θεωρείται ιερό και κοινωνικά απαραβίαστο, μια σχέση που διατηρείτο στο ειδωλολατρικό παρελθόν, γι αυτό και στο αρχαιοελληνικό δίκαιο δεν θα συναντήσουμε ποινές ακρωτηριασμού ή θεσμοθετημένη εξουσία με αντικείμενο ενασχόλησης τον βασανισμό του ανθρώπου, στο σημερινό φαντασιακό αντίθετα έχει λάβει τη θέση του φορέα της διαφοροποιημένης ατομικής ταυτότητας με κάτι το μοναδικό που υπάρχει πάνω του, π.χ. «μοναδικά» σημάδια στίξης, «μοναδικά» χτενίσματα κοκ. Ενώ ο θεατής των Ολυμπιακών της αρχαιότητας παρακολουθούσε μια παιδευτική διαδικασία αναγνώρισης του κάλους, της δύναμης και της τεχνικής, ο σημερινός θεατής των «Ο.G.» ουσιαστικά μετέχει σε μια αγοραπωλησία που συμβαίνει μέσω των αθλητών. Αν και τα εξωτερικά γνωρίσματα της μορφής των αγώνων έχουν παραμείνει λίγο πολύ ίδια, η φαντασιακή σημασία που τους αποδίδεται είναι ολότελα διαφορετική, από δύο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, με διαφορετικά φαντασιακά και εν τέλει προερχόμενους από δύο διαφορετικούς κόσμους.

Οι ενάντιοι στα «Olympic Games», τουλάχιστον έτσι όπως προβλήθηκαν από τα ΜΜΕ, ήταν δύο ειδών. Ο ένας πόλος είχε ως σημείο αναφοράς τον νεοελληνικό αριστερισμό (ΚΚΕ, εξωκοινοβουλευτική αριστερά κ.λπ.), ενώ ο άλλος, τής όχι και τόσο έντονης άρνησης των «Olympic Games» προήλθε από το ελληνόφωνο ρασοφοριάτο. Τους πνευματικούς απογόνους και συνεχιστές της ελληνοκτόνου χριστιανορθόδοξης παράδοσης του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Τους ίδιους δηλαδή που απαγόρευσαν τους αυθεντικούς Ολυμπιακούς αγώνες. Αν και οι όχι και τόσο απόμακρες αιτίες εναντίωσης στα «Olympic Games» αυτών των δύο πόλων ήταν διαφορετικές, εν τούτοις μοιράζονται τον ίδιο κοινό πυρήνα άρνησης προς τους Ολυμπιακούς αγώνες και των όσων αυτοί εκπροσωπούν σε επίπεδο Έθνους.
Για την αριστερά αυτοί οι αγώνες ήταν των «χορηγών», της ντόπας, και του θεάματος, και όντως έτσι ήταν. Πού είναι όμως η ίδια έντονη αντίθεσή τους σε αγώνες εξίσου ντοπαρισμένους, εξίσου «θεαματικούς», εξίσου «χορηγούμενους» με τα δις να χορεύουν γύρω από «αθλητές» προϊόντα και εταιρείες. Συνεπώς η αντίθεση της στα «Olympic Games» εδράζεται κάπου αλλού, και οι παραπάνω δικαιολογήσεις λειτουργούν ως άλλοθι για να καλύψουν τις πραγματικές αιτίες της άρνησής της, που δεν είναι άλλες από τα όσα, ακόμα και οι σημερινοί ψευδεπίγραφοι «Ολυμπιακοί αγώνες» θέλουν να εκπροσωπούν σε επίπεδο Έθνους. Ενός Έθνους το οποίο όμως βρίσκεται υπόδουλο υπό ξένη πολιτισμική και όχι μόνο κατοχή.

Για τους ρασοφόρους (την συμφορά του Έθνους) τα πράγματα ήταν πιο απλά αλλά ίσως περισσότερο αντιφατικά. Διότι έπρεπε να συγγενέψουν την άρνηση τους για το κάλος και το ανθρώπινο σώμα, με τις αφύσικες προτιμήσεις των ελληνόφωνων για μοντελοποιημένα σώματα «υπεραθλητών», ικανών να σπάσουν τα προηγούμενα ρεκόρ αλλά και να συντροφεύσουν την ερωτική φαντασίωση των θεατών (μια ματιά στις προτιμήσεις αντρών και γυναικών στα αθλήματα επιβεβαιώνει την εκπλήρωση ενός λανθάνοντος ερωτισμού από την παρακολούθηση «αθλημάτων». Ενός ερωτισμού ο οποίος υπό άλλη κοσμοαντίληψη και φαντασιακή σημασία θα ήταν καθ’ όλα υγιής, και θα απείχε του σημερινού μπανιστιρτσίδικου τρόπου θέασης των πραγμάτων). Με κέντρο την εκπλήρωση αυτής της αντίφασης μέσα στο θυμικό των ελληνόφωνων, η ορθοδοξία προσπάθησε να κατασκευάσει ακόμα μια συναίνεση που όφειλαν να ασπαστούν οι μάζες των «Olympic Games» έτσι ώστε από την μία να μείνουν πιστοί σε μια αντίληψη που θεωρεί το σώμα και τον Κόσμο εν γένει, μιαρό και από την άλλη να παρακολουθούν ως ηδονοβλεψίες μιας θρησκείας που το απαγορεύει, «αθλητές» με καλοφτιαγμένα σώματα σε αγώνες με ειδωλολατρικό παρελθόν.

Εκεί όμως που σημειώθηκε πλήρης ταύτιση των δύο αυτών πόλων ήταν στις προβοκατόρικες αναφορές και των δύο μερών στην Ολυμπιακή Φλόγα και την καπηλεία της από τη ναζιστική Γερμανία στα «Olympic Games» του ‘36. Η «αφελής» αντιμετώπιση του θέματος της καπηλείας του αρχαιοελληνικού μεγαλείου που έγινε από τους ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ Ναζιστές, οδηγούσε σύμφωνα με τις μισαλλόδοξες γραφίδες των παπάδων και των τάχα προοδευτικών, στην δήθεν πλήρη ταύτιση αυτών που ο Εθνισμός εκπροσωπεί (Αριστεία, μη εξισωτική κοινωνία, κάλος, ανδρεία) με την αντιανθρώπινη ιδεολογία του Ναζισμού, μιας ακόμα παραφυάδας του μονοθεϊσμού.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και ο Π. Κοροβέσης ο οποίος αντί να καταγγείλει αυτή την καπηλεία, αντίθετα την ενισχύει προσπαθώντας να ταυτίσει το ειδωλολατρικό παρεθλόν των αγώνων και κατά συνέπεια τον πολιτικό φορέα αυτού, δηλαδή τον Εθνισμό, με τον Ναζισμό λέγοντας παρακάτω ότι οι αγώνες αποτελούν μεταφορά του πολέμου στο στίβο. Το ερώτημα επομένως που τίθεται είναι: «Τι δεν αποτελεί (πολιτικό) πόλεμο στην καθημερινή ζωή;» Ακόμα και τούτο εδώ το άρθρο ένας πόλεμος είναι, όχι με στρατιωτικούς όρους αλλά με πολιτικούς, ένας πόλεμος με τις λέξεις και τις έννοιες. Προφανώς ο εν λόγω «προοδευτικός» έχει στο μυαλό του αυτές τις «ειρηνικές» χριστιανικές εικόνες όπου ένας αμνός είναι αγκαλιά με έναν λέοντα, όπου η «ειρήνη» και η «γαλήνη» έχουν επιβληθεί στους ανθρώπους με την χριστιανική καταστολή των ορμών, για αριστεία, για έρωτα, για παιχνίδισμα, για ανακάλυψη, για στοχασμό, για ανδρεία, για Αρετή. Αυτός είναι λοιπόν ο κόσμος που ονειρεύονται οι ελληνόφωνοι «προοδευτικοί»; Ο κόσμος τής προς τα κάτω εξίσωσης; Μιας εξίσωσης που μπορεί να καταλήξει σε μια μάζα αδιαφοροποίητων ατόμων τα οποία περιφρουρούν την ομοιομορφία τους αρνούμενα την Αριστεία
.
Μέσα από αυτό το πρίσμα κατηγορήθηκε ο αθλητισμός όχι μόνο ότι κατασκευάζει «υπεραθλητές» μέσω των σκευασμάτων, αυτό είναι κατακριτέο από κάθε λογικό άνθρωπο, αλλά προβάλει το πρότυπο του υπερανθρώπου, του αρίστου ο οποίος ξεχωρίζει. Στο έντυπο «Οι Ολυμπιακοί αγώνες ως κυρίαρχο ιδεολόγημα» στη σελ.66 διαβάζουμε: «Η νέα αυτή ιδιότητα -του ανθρώπου αθλητή- εξυπηρετεί ποικιλοτρόπως στο κοινό φαντασιακό πεδίο την (έντεχνα προβαλλόμενη από τις αρχές κυρίως) ενσάρκωση του αρχέτυπου ηρωικού προτύπου, τον Ήρωα που προστατεύει ή πολεμά για την φυλή, του βασιλιά που συγκεντρώνει όλες τις αρετές και γι αυτό κυβερνά αυτοδικαίως, του ανώτερου και εξυψωμένου πάνω από όλους τους άλλους, του ημιθέου». Με τα ίδια ακριβώς νοήματα περιγράφει και ο χριστιανισμός το μίσος του για την Αριστεία του Εθνισμού. Η άρνηση που δείχνει ο χριστιανισμός για την άθληση εστιάζεται στην εθνική του καταγωγή (του αθλητισμού), ότι δηλαδή προήλθε από τα Έθνη, ως διαδικασία που ξεχωρίζουν οι άριστοι και τίθενται στην υπηρεσία της Πόλεως. Γινόμενοι τα ζωντανά παραδείγματα της Αρετής. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η θέση που ορίζει η κοινωνία για αυτούς που θεωρεί Αρίστους είναι αποκλειστικό δικαίωμα της ίδιας, εφόσον θέλει να είναι αυτοθεσμιζόμενη και όχι ετεροκαθοριζόμενη. Η πολιτική θέση που οι Άριστοι καλούνται να θέσουν τον εαυτό τους υπό τον Δήμο, την καθορίζει η ίδια η κοινωνία μέσω των φαντασιακών κοινωνικών σημασιών που κυριαρχούν. Και βλέπουμε ότι ενώ στην πολυθεϊστική Αρχαία Ελλάδα ο Άριστος αρνείται ακόμα και το βασιλικό αξίωμα (Ηράκλειτος, Εμπεδοκλής), στην βυζαντινή νεοελλάδα ο φέρων ένα «ολυμπιακό» μετάλλιο ενισχύει το συλλογικό παραλήρημα του εθνικισμού κάνοντας δηλώσεις του τύπου: «Οι Έλληνες είναι γεννημένοι να είναι πρώτοι».
Με όλα τα λογικά κενά που αφήνει η παραπάνω πρόταση, ότι δηλαδή όσοι από τους Έλληνες αθλητές ήρθαν από την δεύτερη θέση και κάτω... δεν είναι Έλληνες, κ.ο.κ, η τοποθέτησή της στο σημερινό συλλογικό φαντασιακό έγινε με τρόπο ώστε να ενισχύει το ψεύδος πάνω στο οποίο έχει οικοδομήσει την ύπαρξή του ο νεοέλληνας ότι δήθεν αποτελεί τον περιούσιο λαό. Μικρή ευθύνη φέρει το μέσο απόκτησης του μεταλλίου, (στην εδώ περίπτωση οι αγώνες) αν και έχει κι αυτό τη σημασία του. Αντί λοιπόν να γίνεται προσπάθεια να αποκαθαρθεί το σημερινό φαντασιακό από το μόλυσμα της μισαλλοδοξίας, διότι αυτό είναι που καθορίζει την θέση που θα πάρει μέσα στο κοινωνικό πεδίο μια νίκη, σε οποιουσδήποτε αγώνες, επιδιώχθηκαν να ποινικοποιηθούν οι αγώνες, το ίδιο το μέσο (σαν τη «λογική» του «πονάει χέρι κόβει χέρι»), δηλαδή, και μαζί αυτούς η ειδωλολατρία, η αρχαία Ελλάδα, το «δωδεκάθεο», ενώ ψαρέψαμε από τη μονοθεϊστική λάσπη της παραπληροφόρησης ότι για τον Ναζισμό των ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ χιτλερικών «φταίει ο Ζευς». (!!!)
Αυτό που θα καταγράψει ο ιστορικός του μέλλοντος για τις δικές μας ημέρες θα αφορά έναν ανιστόρητο και τυφλωμένο από την μισαλλοδοξία λαό, ο οποίος έχει εσωτερικεύσει τον φασισμό σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο τελευταίος ν’ αποτελεί δομικό στοιχείο του φονταμενταλιστικού λόγου του, σημείο αναφοράς για την πρόσληψη του Κόσμου, και δήθεν συμπαγής άμυνα απέναντι στην παλίρροια της παγκοσμιοποίησης. Και δεν μιλάμε για τον Φασισμό που εκδηλώθηκε σε συνθήκες παρόμοιες με τις σημερινές, στις αρχές του 20ου αιώνα. Αλλά για τον άφατο εκείνον που πρωτοξεκίνησε από την έρημο με διαταγές του «Θεού» προς τα ανδρείκελα τού «ου λατρέψεις άλλους Θεούς».

Μπορεί η ασχημοσύνη των «Ολυμπιακών» να έφτασε στο πέρας της, όμως τα ερωτήματα που αναγκαστικά αναδύθηκαν από αυτούς θα παραμένουν εχθρικά και εσαεί αναπάντητα από όσους θεωρούν τον τύπο ανθρώπου της Αριστείας εχθρό τους τόσο γι’ αυτά που αντιπροσωπεύει σε φαντασιακό επίπεδο όσο και γι’ αυτά που εκφράζει στην καθημερινότητα μέσω του παραδείγματος της δικής του, ολότελα δικής του, Αρετής.