Περιεχόμενα

Επιλογές Θεμάτων

Συνέντευξη με τον οργανοποιό Ν. Μπρα

Μέσα στην επιχειρούμενη οικονομική παγκοσμιοποίηση που δεν αφήνει αλώβητο κανένα τομέα τού παγκοσμίως πλέον, παραγόμενου πνευματικού έργου, η μουσική βέβαια, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Ειδικά σήμερα, που η μουσική δεν λειτουργεί ως παγκόσμια γλώσσα επικοινωνίας, ως φορέας δηλαδή μηνυμάτων μεταξύ των πολιτισμών, αλλά καθαρά ως όχημα πολιτιστικής προς τα κάτω ισοπέδωσης με έναν τρόπο που ταιριάζει στην κουλτούρα της κατανάλωσης, η οποία πρωτοεφαρμόστηκε στις ΗΠΑ και έχει προταθεί σαν το ενδεδειγμένο πολιτιστικό περιβάλλον του σύγχρονου ανθρώπου.
Όλο και συχνότερα ακούμε να γίνεται λόγος για «έναν πολιτισμό των πολιτισμών». Αυτό στο μουσική σημαίνει την μετάλλαξη των παραδοσιακών αυθεντικών ήχων σε ένα περισσότερο εύπεπτο, προσιτό, εύληπτο, και τελικά ακρωτηριασμένο άκουσμα, το οποίο θα είναι αρεστό στο αυτί τού μέσου καταναλωτή, της «πολυπολιτισμικής κοινωνίας». (Άλλη μία λέξη η οποία στη σημερινή εποχή εννοείται με έναν αλλότριο τρόπο). Αυτή όμως η μετάλλαξη των ήχων, κάνει τις μουσικές του κόσμου ν’ αλλοτριώνονται τελείως και να προσανατολίζονται, με ολοένα πιο συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, προς μία ΜΟΝΟ παγκόσμια μουσική, σε έναν ΜΟΝΟ παγκόσμιο πολιτισμό, που προωθεί η Παγκόσμια Ιερουσαλήμ και θα μορφώνει έναν τύπο ανθρώπου, πειθήνιο, καταναλωτή, μόνιμο διασκεδαστή, μόνιμα φυγόπονο, διά βίου αποβλακωμένο και αποβλακωτή.
«Η μουσική είναι μία, οι μουσικοί είναι πολλοί», ήταν ο τίτλος μίας ραδιοφωνικής εκπομπής, και είναι ίσως η καλύτερη φράση για να αποδοθεί στο ακέραιο η σχέση ανθρώπου και μουσικής, αλλά και η σχέση μεταξύ των μουσικών, με διαφορετικά ακούσματα και διαφορετική μουσική παιδεία. Πριν από λίγα χρόνια είχαν κυκλοφορήσει κάποιοι δίσκοι, με τη συνεργασία Ελλήνων και Ινδών μουσικών, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν και παραμένει καταπληκτικό, διότι μέσα σ’ αυτή τη μίξη εμπεριέχονται οι δύο παραδόσεις: οι Ινδοί με τα κρουστά τους, οι Έλληνες με τους δημοτικούς σκοπούς, παραδόσεις οι οποίες μένουν ατόφιες και η μία συμπληρώνει την άλλη τόσο ταιριαστά, ώστε ν’ ακούγονται ως κάτι το πολλαπλά ενιαίο.
Για να συνεχίσουν να δημιουργούνται τέτοιου είδους αριστουργήματα, είναι απαραίτητη η συνύπαρξη πολλών διαφορετικών αυθεντικών πολιτισμών, πολλών αυθεντικών τρόπων, πολλών μουσικών δρόμων και όχι ένας Frankestain «πολιτισμός», ο οποίος στην πράξη θα καταρρακώνει την ίδια την ουσία του πολιτισμού, διαμορφώνοντας σαν πρέσα πανομοιότυπους ανθρωπόμορφους καταναλωτές.
Η μουσική πλευρά της αρχαίας Ελλάδος, είναι πιθανότατα παντελώς άγνωστη στους ελληνόφωνους, όπως άγνωστη είναι και η δουλειά του Γ. Χρήστου, ή του Ι. Ξενάκη και της οποίας η κατανόηση, απαιτεί επίπονη εγκεφαλική διεργασία, κάτι πολύ κουραστικό για τους μόνιμα φυγόπονους. Αντιθέτως βέβαια, στους ελληνόφωνους είναι πασίγνωστες οι τελευταίες «σκυλέ» επιτυχίες των λαϊκών αοιδών.
Μέσα σ’ αυτό το αντίξοο, για την ποιοτική δουλειά, νεοελληνικό περιβάλλον, ο Νικόλαος Μπράς κατασκευάζει, «...σαν από χρέος» όπως λέει, πιστά αντίγραφα αρχαιοελληνικών μουσικών οργάνων. Σε πείσμα της αδιάφορης, αν όχι εχθρικής πολιτείας και του υπουργείου, διαχείρισης των χρημάτων από τον κρατικό τζόγο, (βλέπε υπ. «Πολιτισμού»), σε πείσμα λοιπόν, των δύσκολων αυτών καιρών, ο Ν. Μπράς δουλεύει το ξύλο, τεντώνει χορδές, επεξεργάζεται δέρματα, ερευνά - πειραματίζεται τις νέες δυνατότητες αυτών των οργάνων, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις και σε μία πλειάδα νέων ανθρώπων που προσεγγίζουν με σεβασμό και αγάπη τη δουλειά του.
Στα μέσα του Μαιμακτηριώνος τον επισκεφθήκαμε στο εργαστήριό του στα Εξάρχεια, για να δούμε και ν’ ακούσουμε από κοντά τα αρχαιοελληνικά όργανα και να τον ρωτήσουμε σχετικά με αυτά.
Διαβάστε παρακάτω τα όσα ενδιαφέροντα μας είπε.
(Τις ερωτήσεις και την απομαγνητοφώνηση έκανε ο Κώστας Κεχαγιάς).

Διιπετές: Μία πρώτη ερώτηση που έρχεται στο μυαλό, είναι το πώς πρωτοξεκίνησες και πώς έφτασες μέχρι σ’ αυτό το σημείο, να κατασκευάζεις δηλαδή σήμερα αρχαιοελληνικά όργανα, και ποια ερεθίσματα έχεις ώστε ν’ αρχίσεις να ερευνάς τις λεπτομέρειες κατασκευής τους;
Νίκος Μπράς: Από την αρχή που ξεκίνησα ως οργανοποιός είχα πάντα στο μυαλό μου να καταφέρω να αναπαραστήσω αυτά τα όργανα. Στην αρχή ασχολήθηκα με παραδοσιακά όργανα, υπήρχε όμως πάντα η ιδέα ν’ ασχοληθώ με την κατασκευή αρχαιοελληνικών οργάνων, όμως τότε δεν είχα τις αναφορές που χρειαζόμουν για να κατασκευάσω κάτι, το οποίο θα απέδιδε τους ήχους που αποδίδει σήμερα. Θεώρησα την ενασχόλησή μου αυτή και ως Έλληνας...
Δ.: ...σαν από χρέος ;
Ν. Μ.: Ας το πούμε έτσι, σαν από χρέος.
Δ.: Πόσα χρόνια κατασκευάζεις μουσικά όργανα και πού βρήκες τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες για ν’ ανακατασκευάσεις τα αρχαία όργανα; Από τις αναπαραστάσεις τους πάνω στα αγγεία;
N. M.: Άρχισα να κατασκευάζω μουσικά όργανα, πριν από 27 περίπου χρόνια και τα τελευταία χρόνια άρχισα να ασχολούμαι με την ανακατασκευή αρχαιοελληνικών οργάνων. Οι κυριότερες πηγές μου, ήταν οι απεικονίσεις πάνω σε αγγεία και οι γραπτές πηγές. Από τις απεικονίσεις, κατάφερα να βρω το μέγεθος των μουσικών οργάνων, καθώς ο μαθηματικός λόγος μεταξύ των μεγεθών του ανθρωπίνου σώματος και των αντικειμένων καθημερινής χρήσης, παραμένει σταθερός Έπειτα, ας μη ξεχνάμε ότι υπήρξαν μουσικά όργανα που αναφέρονται μόνο σε γραπτές πηγές, όπως για παράδειγμα το χαλκιόφωνο. Για να φτιαχτεί αυτό το όργανο, υπήρξε μία συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Κ. Καρμιράτσο, ο οποίος ερεύνησε τις γραπτές πηγές, συνέλεξε όσα στοιχεία κατάφερε και συνεργαστήκαμε για να φτιάξουμε το χαλκιόφωνο.
Όταν πρωτοξεκίνησα και φανταζόμουν τον εαυτό μου τότε, δεν με φανταζόμουν μόνο ως οργανοποιό αλλά και ως σχεδιαστή, γιατί δεν ήθελα μένω «καθηλωμένος» σ’ ένα επίπεδο μόνο, επειδή νομίζω ότι ο οργανοποιός πρέπει να έχει περισσότερο εμπλουτισμένες σκέψεις και εμπειρίες, έτσι ώστε να μπορεί να μεταφέρει τις θεωρητικές ιδέες σε αντικείμενα και να είναι σε θέση να φανταστεί κάτι καινούργιο, αλλά και να μετεξελίξει τα ήδη υπάρχοντα, ακολουθώντας πάντα προσεκτικό δρόμο και τρόπο με σεβασμό, ούτως ώστε να μην υπάρξουν απότομες και ακραίες αλλαγές... αν και αυτό είναι θετικό.
Δ.: Εξαρτάται. Καλό είναι να μην αποκλείουμε τίποτα και να μην βάζουμε όρια προς τα πάνω, προς τα κάτω νομίζω πρέπει να υπάρχουν όρια.
Ν.Μ.: Όταν πρωτοξεκίνησα υπήρχε μία απορία... μία απορία που αφορούσε τους ήχους, το πώς ήταν δηλαδή οι ήχοι εκείνη την εποχή. Και μην ξεχνάμε, ότι έχουν περάσει 2.500 χρόνια και η συνέχεια έχει σπάσει. Η εποχή του 5ου αιώνα, του ονομαζόμενου χρυσού, ήταν χρυσή και για τη μουσική, όπου οι Έλληνες έρχονται σε στενότερη επαφή με τους υπόλοιπους μεσογειακούς λαούς και αρχίζουν να πειραματίζονται. Προσθέτουν και χορδές, έβαλαν μέχρι 12η ή και 13η χορδή επάνω στην κιθάρα και μετά επέστρεψαν στα καθιερωμένα. Οι διαφορές που είχαν με τους γειτονικούς λαούς οι Έλληνες, βρίσκονται στο ότι αυτοί εξελίξανε τα όργανα. Δεν σταμάτησαν κάπου... Ας πούμε για παράδειγμα, η κιθάρα αλλά και άλλα όργανα τα οποία προϋπήρχαν και στην ανατολή και την Αίγυπτο, είχαν το ίδιο μοτίβο, μία μπάρα δηλαδή και δύο ζυγούς. Αυτά τα ίδια τα συναντούμε και στην Αφρική. Οι Έλληνες όμως, προχώρησαν και πιο πέρα. Τα μετεξέλιξαν κάνοντας πειραματισμούς, ενώ οι άλλοι λαοί τα άφησαν έτσι όπως είναι.
Φτάσαμε έτσι στο σημείο, να βλέπουμε στην κιθάρα ορισμένα στοιχεία που υπάρχουν επάνω στον βραχίονα και εκ πρώτης όψεως φαίνονται ανεξήγητα. Όλοι οι μουσικολόγοι όμως λένε, ότι δεν είναι διακοσμητικά αλλά λειτουργικοί μηχανισμοί οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν είναι ξεκάθαρο ποια λειτουργία εξυπηρετούσαν.
Δ.: Υπάρχουν και σε άλλα όργανα τέτοια στοιχεία, τα οποία δεν εξυπηρετούν κάποιο διακοσμητικό ρόλο, αλλά μάλλον λειτουργικό;
Ν.Μ.: Ναι, υπάρχουν στην φόρμιγγα, η οποία είναι ένα όργανο πολύ δύσκολο. Η τετράγωνη φόρμιγγα που αναφέρουν οι ποιητές, φέρει τέσσερις χορδές μόνο. Η φόρμιγγα λοιπόν έχει μία μορφή, όπου τα ανοίγματα, οι οπές είναι σαν μάτια ανθρώπου και ακριβώς από πάνω έχει κάτι που μοιάζουν με φρύδια, αλλά κατ’ εμέ είναι ελάσματα τα οποία μπορούν ν’ αλλάζουν την τονικότητα. Θα ήθελα να πω ότι πολλοί, έχουν την αντίληψη ότι η ενασχόλησή μου με τα αρχαία ελληνικά όργανα, γίνεται από εθνικιστική σκοπιά και βάζουν διάφορες ταμπέλες. Η σκέψη μας είναι πιο πλατειά, σκεπτόμαστε παγκόσμια...
Δ.: Μα και η μουσική η ίδια είναι παγκόσμια.
Ν.Μ.: Ακριβώς, επειδή η μουσική είναι παγκόσμια δεν υπάρχουν φραγμοί, αντίθετα υπάρχει σεβασμός προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο μουσικός πρέπει να σέβεται την ίδια τη νότα του και η νότα αυτή δεν έχει περιορισμούς και φραγμούς. Ας πούμε το ντο ματζόρε δεν πρέπει να το δούμε με σύνορα αλλά σαν μία ανοιχτή κατάσταση η οποία συνδέεται με κάτι άλλο. Ο σεβασμός που διακατέχει τον μουσικό, (διότι μόνο έτσι μπορεί ν΄ αποδώσει μία μουσική που να οδηγεί σε ανάταση), σημαίνει ότι έτσι μπορεί να μπει μέσα στη νότα να τη δει μεγάλη, να εισχωρήσει μέσα σ’ αυτή και να αισθανθεί ως φιλοξενούμενος.
Δ.: Μπορείς να μας κάνεις μία ξενάγηση στα μουσικά όργανα που κατασκευάζεις;
Ν.Μ.: Κατ’ αρχάς χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: στα έγχορδα, τα πνευστά και τα κρουστά. Στα έγχορδα έχουμε, βάρβιτο, λύρα, κιθάρα, πανδούρα, τρίγωνο, πηκτίδα, σαμβύκη, ψιθύρα, θρακική κιθάρα, φόρμιγγα. Στα πνευστά τώρα έχουμε, μία τεράστια ποικιλία στους αυλούς, μόναυλους, διπλούς αυλούς, ανισομήκεις αυλούς, σύριγγες, υπάρχει επίσης ο αυλός του Πανός, η ύδραυλις και σάλπιγγες. Στα κρουστά έχουμε όργανα που μοιάζουν πολύ με τα σημερινά, είναι όργανα που έχουν δέρμα και από τις δύο πλευρές, όπως είναι δηλαδή τα τύμπανα, έχουμε κρόταλα, σείστρα, τα οποία είναι βοηθητικά σε μια ορχήστρα, και το χαλκιόφωνο. Από τα πιο δύσκολα κατασκευαστικά είναι ο διπλός αυλός, αλλά έχει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Με τους αυλούς έχω ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια και τους βρίσκω παρά πολύ ενδιαφέροντες διότι υπάρχει μία ελευθερία μέσα στον ήχο που παράγεται. Οι συνθήκες είναι τέτοιες που δεν υπάρχει κάποιο σταθερό μέτρο στην κατασκευή, στο πώς να ρυθμίσεις δηλαδή, την τονικότητα του κάθε αυλού. Μπορεί έτσι να βγει από μόνο του κάτι διαφορετικό. Τα πνευστά είναι δύσκολα όργανα για να βγει ένας συγκεκριμένος ήχος. Πρέπει να ξέρεις να χειριστείς ακόμα και το επιστόμιο, διαφορετικά αλλάζεις την τονικότητα… έχουν μία συμπεριφορά πολύ ευαίσθητη. Θα πρέπει να γνωρίζεις κυκλική αναπνοή και ειδικά για τον διπλό αυλό δεν θα πρέπει ν’ ανοίγεις το στόμα και ταυτόχρονα να υπάρχει μία συνεχής ροή του αέρα. Στους αυλούς έχουμε τεράστια ποικιλία ανάλογα με τα μεγέθη, με τους ήχους που βγάζουν, υπάρχουν δηλαδή αυλοί «υψίφωνοι» ή «σοπράνο».
Το κάθε είδος αυλού, έχει και τη δική του ονομασία.
Ένα ακόμα σημείο που θέλω να τονίσω, είναι ότι η καταγωγή όλων των έγχορδων με μακρύ μπράτσο, όπως λαούτο, κιθάρα, μπουζούκι, ούτι, όλα τα λαουτοειδή, κατάγονται από την αρχαία ελληνική πανδούρα, την οποία συναντάμε και στην Αίγυπτο.
Δ.: Πόσο κοντά στον αρχαιοελληνικό ήχο βρισκόμαστε παίζοντας με τα όργανα που κατασκευάζεις; Είναι γνωστό πώς παίζανε;
Ν.Μ.: Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι έχουμε φτάσει στην πλήρη αποκατάσταση της μουσικής. Από κατασκευαστική σκοπιά νομίζω ότι προσεγγίζουμε σε ένα μεγάλο ποσοστό τούς τότε ήχους, διότι έχουμε μία σταθερά η οποία λεει, ότι η πάνω επιφάνεια ενός οργάνου μάς αποδίδει το 60% του ήχου, άρα από τη στιγμή που καταφέρνουμε να ξαναφτιάξουμε ένα πιστό αντίγραφο, έχουμε προσεγγίσει τον ήχο σε ένα μεγάλο ποσοστό. Ωστόσο επειδή έχει διακοπεί η συνέχεια της μουσικής μας παράδοσης, μπορούμε μόνο κατά προσέγγιση να μεταφέρουμε τα σημερινά μουσικά στοιχεία προς τα πίσω, ούτως ώστε να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα. Η σημερινή μουσική έχει καταγωγή και αναφορές από τα παρελθόντα χρόνια και από εκει και πέρα, η σημερινή κατάσταση της μουσικής είναι μία εξέλιξη επάνω στις δικές τους συλλήψεις. Η βυζαντινή μουσική ας πούμε, είναι σαφώς επηρεασμένη από την αρχαία ελληνική μουσική, η βάση της εκεί βρίσκεται. Οι πυθαγόρειοι πίστευαν ότι το σύμπαν παράγει μουσική, ότι η κίνηση των πλανητών παράγει αρμονικούς ήχους, και τα τέσσερα τελευταία χρόνια ορισμένοι επιστήμονες στο εξωτερικό υποστηρίζουν τη θέση των πυθαγορείων. Η μουσική είναι μία ενέργεια, η οποία αποτελεί ένα μέρος των δυνάμεων που δημιούργησε τη ζωή, δηλαδή εμάς.
Δ.: Μπορούμε άρα να πούμε, ότι οι νότες είναι τα ρητά σημεία του εναρμονισμένου σύμπαντος, και παίρνουμε εμείς τις νότες και φτιάχνουμε μουσική...
Ν.Μ.: Υπάρχει ο ήχος που ακούμε και ο ήχος του οποίου τις δονήσεις αισθανόμαστε και θεωρώ ότι το σύμπαν είναι χαμηλών τόνων, εκπέμπει σε χαμηλές συχνότητες, έχει δηλαδή ένα συγκεκριμένο χτύπο σαν καρδιά, και έχει παλμό.
Δ.: Ο οποίος χρειάζεται και το αντίστοιχο αυτί για να τον αντιληφθεί...
Ν.Μ.: Νομίζω ότι όλοι τον ακούμε...
Δ.: Όλοι τον ακούμε, αλλά πόσοι αντιλαμβάνονται από πού προέρχεται και τι ρυθμό έχει. Να μεταφέρουμε τώρα τη συζήτηση σε ένα άλλο πεδίο... Βοήθεια από την πολιτεία έχει υπάρξει στην προσπάθεια που κάνεις;
Ν.Μ.: Στην νεοελλάδα ζούμε και όπως θα γνωρίζεις, συμβαίνουν πολλά. Υπάρχουν διάφοροι «γρήγοροι», οι οποίοι αρπάζουν ξένες ιδέες και επειδή είναι μέσα στους «χώρους», τρέχουν να πάρουν την επιχορήγηση χωρίς να φοβούνται αν θα κάνουν λάθος ή όχι. Εδώ και 17 χρόνια έχω ξεκινήσει τη μελέτη των αρχαιοελληνικών οργάνων και όσοι τα έχουν ακούσει, λένε ότι τέτοιους ήχους δεν έχουν ξανακούσει. Ξένοι μουσικολόγοι που τα έχουν ακούσει, νομίζουν ότι έρχονται κατευθείαν από την αρχαία Ελλάδα. Το μόνο ενδιαφέρον που έχει υπάρξει, είναι από την αρχαιολόγο Ζ. Παπαδοπούλου η οποία με βοηθάει και μου δίνει στοιχεία πάνω στα όργανα αυτά Ας μη προχωρήσουμε στο θέμα αυτό γιατί υπάρχουν κόντρες...
Δ.: Μα εδώ πέρα, το θέμα δεν είναι θέμα κόντρας, αντίθετα η προσπάθεια και η δουλειά που κάνεις είναι πολύ σημαντική, γιατί είναι η πρώτη φορά μετά από 16 αιώνες, που κατασκευάζονται με τέτοια ποιότητα ήχου αρχαιοελληνικά όργανα. Κατ’αρχάς θα έπρεπε σε όλα τα σχολεία και να γίνεται μάθημα μουσικής πάνω σ’ αυτά τα όργανα.
Ν.Μ.: Σε σχέση με τα στατικά αριστουργήματα της αρχαίας Ελλάδας, όπως είναι τ’ αγάλματα και οι ναοί, η μουσική είναι μία πιο ρευστή κατάσταση, η μουσική μπορεί να μεταφέρει το συναίσθημα της εγγύτητας μεταξύ ανθρώπου και σύμπαντος και αυτό νομίζω, είναι που φοβούνται περισσότερο. Αν όπως λες εισαχθούν αυτά τα όργανα στα σχολεία, μπορεί αύριο να εξελιχθούν σε κάτι, το οποίο θα μπορέσει να ενώσει την παράδοση που χάθηκε και να δώσει μία αρχαιοελληνική ώθηση στο μέλλον. Στην προσπάθεια που ξεκίνησα γι αυτήν την αναπαράσταση έχω δει ένα φοβερό πόλεμο εναντίον μου. Το 2001 όταν κάναμε μία εμφάνιση στο Ρέθυμνο, είχαμε έναν πόλεμο φοβερό, όπου οι υπάλληλοι του δήμου έσκιζαν τις αφίσες. Αυτοί δηλαδή που μας κάλεσαν, μάς έκαναν μποϋκοτάζ. Έγινε εκεί λοιπόν ένα μικρό θέμα, για το οποίο έδειξε κάποιο ενδιαφέρον το πανεπιστήμιο, και από εκει και πέρα τίποτα. Στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ακούστηκε πουθενά. Αντίθετα ήρθε από τη Γερμανία, το τρίτο κρατικό κανάλι με το συνεργείο του, για να παρουσιάσουν τα αρχαία μουσικά όργανα. Θα πρέπει εδώ ν’ αναφέρω, ότι στο καρδιολογικό τμήμα του Ωνασείου και στο πρόγραμμα μουσικοθεραπείας, το οποίο έχει ξεκινήσει ο ιατρός κ. Δρίτσας, υπάρχει πρόθεση να ενταχθούν τα αρχαία ελληνικά όργανα, ως μέρος της θεραπευτικής αγωγής προς τους ασθενείς.
Δ.: Έχεις να προσθέσεις κάτι τελευταίο;
Ν.Μ.: Εκείνο που μου έχει κάνει εντύπωση και το έχω παρατηρήσει πολλές φορές είναι, ότι διάφοροι κλασικοί μουσικοί που έρχονται στο εργαστήριο και τυχαίνει εκείνη την στιγμή να ακούγεται το CD των “Δαιμονία Νύμφη”, κοντοστέκονται περιμένοντας να τελειώσει το κομμάτι. Αυτό νομίζω ότι οφείλεται στο ότι το συγκρότημα προσέγγισε τα όργανα αυτά τόσο από κατασκευαστικής άποψης όσο και από πλευράς παιξίματος.
Δ.: Σ’ ευχαριστούμε για τα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα που μας είπες.
Ν.Μ: Ευχαριστώ κι εγώ.