Περιεχόμενα

Επιλογές Θεμάτων

Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Το να εξάρει κανείς τη σημασία που είχε η αρχαιοελληνική πολιτιστική κληρονομιά στη διαμόρφωση του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού θα ισοδυναμούσε με κοινό τόπο, και αν αυτός ήταν ο μόνος σκοπός του παρόντος άρθρου, η συγγραφή του δε θα είχε ομολογουμένως κανένα νόημα. Γιατί προς τι να ξοδέψει κάποιος τη φαιά του ουσία, το χαρτί και το μελάνι του, για να υποστηρίξει μια θέση που κανείς ποτέ δε διανοήθηκε να αμφισβητήσει;

Όμως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Υπήρξαν δηλαδή στο παρελθόν και υπάρχουν ακόμα μελετητές, λόγιοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι κ.α. που ίσως από υπολογισμό, ίσως από επιπολαιότητα, ίσως πάλι και από άκαιρη ποιητική διάθεση, δεν αρκούνται στην παραπάνω, γενικά αποδεκτή, διαπίστωση παρά διατυπώνουν απόψεις παρακινδυνευμένες και .ανιστόρητες, που όμως διαδίδονται, γιατί ηχούν γλυκά στα αυτιά πολλών και κολακεύουν την ευαισθησία τους.
Ακούγεται, για παράδειγμα, και διαβάζεται συχνά ότι η Αναγέννηση σήμανε την αναβίωση του ελληνολατινικού πολιτισμού στην Ευρώπη1 ή ότι ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξε η βάση που πάνω της οικοδομήθηκε ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός.
λλά, από το να δεχτεί κανείς την επίδραση της αρχαιοελληνικής πνευματικής κληρονομιάς, ως το να θεωρήσει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό κατευθείαν απόγονο, συνέχεια και ολοκλήρωση του ελληνικού υπάρχει μεγάλη, αγεφύρωτη διαφορά.

Ένας πολιτισμός εμφανίζεται πάντα μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό πλαίσιο, πηγάζει από το αρχέγονο πολιτιστικό υπόβαθρο ενός λαού, που αποτελείται από το σύνολο των λαϊκών παραδόσεων, των μύθων, των θρησκευτικών δοξασιών, των πρακτικών γνώσεων κ.λπ. Από αυτά τα δομικά στοιχεία οικοδομείται ο πολιτισμός, και αυτά είναι που του δίνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, ο οποίος αντιστοιχεί στην ψυχοσύνθεση, την ιδιοσυγκρασία του λαού που τον δημιουργεί.
Το πολιτιστικό πλαίσιο όμως του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν είναι το ίδιο με αυτού του ελληνικού, ούτε κατά διάνοια. Ούτε όμως και μπορεί να υποστηριχτεί ότι η αρχαιοελληνική πνευματική κληρονομιά αποτέλεσε συστατικό του στοιχείο. Γιατί, αν και η Αναγέννηση θεωρείται γενικά ως η acte de naissance του συγχρόνου τεχνολογικού πολιτισμού, η καταβολή του θα πρέπει να αναζητηθεί σε πολύ προγενέστερη εποχή : στα βάθη του Μεσαίωνα, τότε που μόλις άρχιζαν να παίρνουν μορφή τα σύγχρονα ευρωπαϊκά έθνη.
Η Αναγέννηση δεν υπήρξε παρά μια φάση στην πολυδαίδαλη ιστορική πορεία των λαών της Ευρώπης* μια φάση το δίχως άλλο ιδιαίτερα σημαντική και ρηξικέλευθη, μα που ωστόσο δε διέσπασε τη συνέχεια της φυσικής εξέλιξης του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός είναι και πρέπει να θεωρείται το γνήσιο τέκνο του μεσαιωνικού. Τότε, την πρώτη μεσαιωνική περίοδο, άρχισαν να δημιουργούνται οι όροι της άνθισης της επιστήμης και της ανάπτυξης της τεχνικής, που θα εκδηλώνονταν χίλια χρόνια αργότερα, σαν θα εξασθένιζαν οι υλικές; και πνευματικές τροχοπέδες της Φεουδαρχίας.

Η καταγωγή του ευρωπαϊκού πολιτισμού
Αυτό που ονομάζουμε "Δυτικός Κόσμος" προήλθε από τα υπολείμματα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά την τελειωτική κατάρρευση του δυτικού τμήματος της.
Για τέσσερις και παραπάνω αιώνες Δύση και Ανατολή έζησαν πλάι-πλάι μέσα στο πλαίσιο του ρωμαϊκού Κράτους. Παρά όμως την αναγκαστική συμβίωση τους οι δυο ξεχωριστοί αυτοί κόσμοι παρέμειναν πάντα ξένοι μεταξύ τους, διατήρησαν ο καθένας την ιδιαίτερη, ξεχωριστή φυσιογνωμία τους.
Εξελληνισμένη από τον 3ο ακόμα αιώνα π.χ. η Ανατολή διατήρησε και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση την ελληνική λαλιά της και παιδεία της, ενώ στη Δύση, που δέχτηκε τα φώτα του πολιτισμού απευθείας από τη Ρώμη, υπερίσχυσε η λατινική γλώσσα και η ρωμαϊκή παιδεία.
Ο ελληνικός πολιτισμός δεν εισχώρησε ποτέ σε βάθος στο Δυτικό Κόσμο και η επίδραση που άσκησε σε αυτόν ήταν επιφανειακή, αποσπασματική και έμμεση (δια μέσου των Ρωμαίων) και τελικά δεν αφορούσε παρά τη μόνη τάξη των διανοουμένων.
Η λατινίζουσα και ρωμαιοπρεπής κοινωνία των δυτικών επαρχιών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αποσυντέθηκε γοργά μετά την κατάλυση της αυτοκρατορικής εξουσίας στις χώρες αυτές. Με την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το γερμανικό στοιχείο κυριάρχησε στη δυτική Ευρώπη. Τα γερμανικά φυλά : οι Λογγοβαρδοί, οι Σάξονες, οι Φράγκοι, οι Βησιγότθοι και οι Οστρογότθοι κατάκλυσαν τις επαρχίες της Αυτοκρατορίας, υπέταξαν τους ντόπιους πληθυσμούς, επέβαλαν το δικό τους τρόπο ζωής, τα δικά τους ήθη, τις δικές τους συνήθειες. Ωστόσο, η ρωμαϊκή πολιτιστική κληρονομιά δε χάθηκε ποτέ ολότελα, ειδικά στις χώρες εκείνες που είχαν μείνει για καιρό κάτω από την εξουσία της Ρώμης, όπως η Γαλατία και η Ιβηρία. Τα λατινικά κράτησαν την αδιαφιλονίκητη θέση τους της γλώσσας των γραμμάτων, της διπλωματίας και της εκκλησίας, και αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν οι ευρωπαϊκές γλώσσες.

Τον πιο αποφασιστικό όμως ρόλο στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυτότητας τον έπαιξε το δίχως άλλο ο χριστιανισμός. Αυτός σχημάτισε τη ραχοκοκαλιά του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η μεσαιωνική Ευρώπη ήταν πριν από οτιδήποτε άλλο χριστιανική: στην ηθική της, στο πνεύμα της, στην αντίληψη που είχε για τον κόσμο. Ο χριστιανισμός ήταν παρών σε όλες τις εκφάνσεις της ατομικής και κοινωνικής ζωής(. Αλλά περισσότερο ακόμα από αυτό, η χριστιανική θρησκεία αποτέλεσε το συνεκτικό ιστό της ευρωπαϊκής οντότητας. Σε μια εποχή που το εθνικό αίσθημα ήταν ακόμα ανύπαρκτο, η πίστη στη θρησκεία του Χριστού λειτουργούσε ως δηλωτικό της ένταξης στην οικογένεια των ευρωπαϊκών λαών. Για τη νεοσύστατη Ευρώπη κάθε πρόοδος του χριστιανισμού, κάθε επέκταση του προς βορρά ή προς την ανατολή, ήταν και δίκη τη ε πρόοδος, θρίαμβος της πολιτικής της ύπαρξης, του συστήματος αξιών της. Επί χίλια και παραπάνω χρόνια τα όρια της Ευρώπης συνέπιπταν με αυτά της παπικής χριστιανοσύνης. Εξάλλου, με την πρόοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, το "χριστιανός" έφτασε να γίνει συνώνυμο του "πολιτισμένος" και ο εκχριστιανισμός έφτασε να θεωρείται πράξη εκπολιτιστική.

Η καταγωγή των ελληνικών επιδράσεων
Ο ευρωπαϊκός μεσαιωνικός κόσμος έζησε και αναπτύχθηκε σε πλήρη άγνοια και της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού. Οι δυτικοευρωπαίοι προσκυνητές των Άγιων Τόπων που περνούσαν από την Ελλάδα στο δρόμο τους για εκεί μόνο για εκκλησιαστικά "κειμήλια" ενδιαφέρονταν ; λείψανα Άγιων, τίμιο ξύλο κ.α. Οι αρχαιότητες μοιάζουν να τους αφήνουν εντελώς αδιάφορους. Μόνη βιβλιογραφική πηγή τους η Βίβλος :
"Η Αθήνα όπου εκήρυξε ο Απόστολος Παύλος απέχει δυο μέρες ταξίδι από την Κόρινθο. Εκεί γεννήθηκε ο Άγιος Διονύσιος και προσηλυτίσθηκε στον Χριστιανισμό από τον Απόστολο Παύλο. Στην Αθήνα υπάρχει ναός της Παναγίας (ο Παρθενώνας σ.σ.) με λυχνία όπου καιει διαρκώς λάδι ανεξάντλητο" γράφει ένας προσκυνητής του 12ου αιώνα. Κι εκεί όπου διασώζεται κάποια θολή μνήμη, αυτή εμφανίζεται διαστρεβλωμένη και συγκεχυμένη. Διαβάζουμε έτσι στο χρονικό κάποιου άλλου ταξιδιώτη για "το ναό που ονομάζεται Προπύλαια και χτίσθηκε από τον βασιλιά Ιάσονα".

Μα και οι Φράγκοι ιππότες που πάτησαν την Ελλάδα το 13ο αιώνα την ίδια αδιαφορία επέδειξαν για τα δείγματα της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς :
"Η μόνη χρήσις ην οι Φράγκοι ηδυνήθησαν να κάμωσι των αρχαίων καλλιτεχνημάτων της παγκοσμίου πόλεως, ων ανεκτίμητος αυτόχρημα ήτο η αξία, υπήρξεν ή ο καταθρυμματισμός ή η σύντηξις αυτών χάριν της εκ του χαλκού αυτών χαράξεως νομίσματος... Το δε πυρ κατανάλωσε τους θησαυρούς των βιβλιοθηκών του Βυζαντίου".
Σύμφωνα με το Γερμανό ιστορικό Γρηγορόβιο στη μεσαιωνική Ευρώπη "ένθα και αύται αι εν αυτή επιχωριάζουσαι συγγραφαί των αρχαίων Ρωμαίων είχον κατά μέρος λησμονηθεί ή ήσαν προσιτοί μόνο εις ολίγους κληρικούς και λογίους".
Τα πρώτα σημεία κάποιας αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για τα επιτεύγματα της λατινικής ιδίως αρχαιότητας "που έτειναν όχι στην επιστροφή στην Αρχαιότητα, αλλά στην εκμετάλλευση της αρχαίας κληρονομιάς προς όφελος του χριστιανισμού εκδηλώθηκαν τον 9ο αιώνα, τα χρόνια του Καρλομάγνου, κατά την λεγόμενη "Καρολιδική Αναγέννηση". Η "Αναγέννηση" όμως αυτή υπήρξε βραχύβια και περιορισμένη. Ο Μεσαίωνας είχε ακόμα μπροστά του αιώνες ζωή. θα πρέπει να περιμένουμε πια την ιταλική Αναγέννηση το 15o αιώνα για να δούμε, να εκδηλώνεται μαζικά το ενδιαφέρον για την κλασική παιδεία.
Η ανακάλυψη των αριστουργημάτων της Αρχαιότητας άσκησε βαθιά εντύπωση στο πνεύμα των λογίων και των καλλιτεχνών της αναγεννησιακής Ευρώπης, ειδικά τα έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας που τους έγιναν για πρώτη φορά τότε προσιτά, μετά την άλωση της Πόλης και την έξοδο των βυζαντινών λογίων.

Για τους Ευρωπαίους δημιουργούς η εξιδανικευμένη Αρχαιότητα έγινε πηγή κάθε έμπνευσης, υπόδειγμα για κάθε είδος δημιουργίας, ιδανικό παιδείας και αγωγής.
Η σημασία της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς
Το ελληνικό πνεύμα έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του πάνω στο νεώτερο ευρωπαϊκό πολιτισμό. Από την Αναγέννηση και πέρα δεν υπήρξε πρόοδος, δεν υπήρξε επίτευγμα, δεν υπήρξε επινόηση, δεν υπήρξε δημιουργία που να μη συνοδευτεί από κάποια αναφορά στους Έλληνες και στην Ελλάδα. Στην τέχνη, στην επιστήμη, στη διανόηση, σε κάθε του βήμα, ο σύγχρονος πολιτισμός μοιάζει λες αναγκασμένος να προστρέχει στην αστείρευτη πηγή του ελληνικού πνεύματος. Η πραγματικότητα ωστόσο αυτή δεν πρέπει να μας κρύβει τούτη την άλλη : ότι το αναγεννησιακό ιδανικό της επιστροφής στις αξίες της Αρχαιότητας δεν μπορούσε παρά να μείνει άπιαστο. Ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να γίνει η ελληνική παιδεία κτήμα του δυτικοευρωπαίου ανθρώπου.

Ο πρώτος λόγος γι αυτό ήταν η τεράστια, η ασυμφιλίωτη διαφορά που χώριζε και χωρίζει την ψυχοσύνθεση του Δυτικοευρωπαίου από εκείνη., του αρχαίου Έλληνα. Μπροστά στο χριστιαναθρεμμένο, θεοφοβούμενο και σεμνότυφο κάτοικο της κεντρικής, βόρειας και δυτικής Ευρώπης, ο Έλληνας, με την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του, την εξωστρέφεια του, την ελευθεροστομία του, την ανηθικότητά του, θα πρέπει να έμοιαζε με ον από άλλον κόσμο. Και πώς θα μπορούσαν τάχα να συμβιβαστούν το γεμάτο φιοριτούρες και υπονοούμενα ύφος του Ευρωπαίου με την τσεκουράτη έκφραση και τον ωμό ρεαλισμό του Έλληνα, το πρωτόκολλο και οι κανόνες καλής συμπεριφοράς με την ευθύτητα και τους φυσικούς τρόπους, η ντροπή της γύμνιας με τη λατρεία του γυμνού σώματος, ο θρησκευτικός δογματισμός με τη φιλοσοφική σκέψη, ο Χριστός με τον Προμηθέα;
Υπάρχει όμως και ένας πρόσθετος λόγος που η ελληνική παιδεία έμεινε μακρινή κι απρόσιτη :
Όταν η Ευρώπη της Αναγέννησης ανακάλυψε την Αρχαιότητα, αυτή είχε πάψει να υπάρχει από χίλια και παραπάνω χρόνια. Η Ελλάδα που ύμνησαν και που πάσχισαν να μιμηθούν οι Ευρωπαίοι δεν ήταν παρά το παραμορφωμένο, οικτρά ακρωτηριασμένο είδωλο μιας πραγματικότητας που πια δεν υπήρχε.
Η Ευρώπη ατένισε την Ελλάδα μέσα από τα λείψανα του πολιτισμού της, μελέτησε τα γραπτά μνημεία της, τους ναούς και τα γλυπτά της, και πίστεψε πως αντίκριζε μέσα σε αυτά την πιστή αναπαράσταση της αρχαίας ζωής. Πίστεψε πως οι Έλληνες μοιάζαν όλοι στη μορφή με τα αγάλματα των θεών τους, πως είχαν όλοι την αρετή ενός Αριστείδη, το ηθικό ανάστημα ενός Σωκράτη, την αποφασιστικότητα ενός Λεωνίδα. Όμως τα έργα ενός πολιτισμού δεν απεικονίζουν ποτέ την αληθινή ζωή παρά την εξιδανίκευση της. Πόσο μάλλον που τα έργα του ελληνικού πνεύματος έφτασαν στη νεώτερη εποχή εξαιρετικά λειψά. Μεταξύ του ευρωπαϊκού και του ελληνικού πολιτισμού το χάσμα έμελλε να μείνει αγεφύρωτο.
Ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός χρησιμοποίησε κατά κόρον την ελληνική Αρχαιότητα και οικειοποιήθηκε πλήθος ελληνικά πολιτιστικά στοιχεία, χωρίς όμως να μεταβάλει τη δική του θεμελιώδη φύση και χωρίς να απαρνηθεί τις λατινικές, γερμανικές και ιδίως χριστιανικές καταβολές του. Γι αυτό και δεν κατόρθωσε ποτέ να προσεγγίσει και να βιώσει την ουσία του ελληνικού πνεύματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η στροφή προς την Αρχαιότητα ήταν καταδικασμένη να μείνει επιφανειακή, να περιοριστεί στη μόνη απεικόνιση της μορφής. Ο δυτικοευρωπαίος δημιουργός μιμούμενος την τεχνοτροπία των αρχαίων, σκαλίζοντας κάποιο άγαλμα, γράφοντας κάποια τραγωδία πάνω στα πρότυπα της Αρχαιότητας, πιστεύει ίσως ότι συνεχίζει την αρχαία παράδοση, ότι είναι κοινωνός της πεμπτουσίας του ελληνικού πολιτισμού, ενώ δεν κάνει παρά να μιμείται την εξωτερική μορφή των διαφόρων του εκφάνσεων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι η τεχνοτροπία του Νεοκλασικισμού, που εμφανίστηκε στην Ευρώπη τον αιώνα του Διαφωτισμού, θρεμμένοι με τη ρομαντική ιδέα της αναβίωσης της Αρχαιότητας, της επιστροφής στα αρχαία ιδεώδη, οι νεοκλασικιστές δημιουργοί σκάλιζαν αγάλματα θεών και ηρώων της Αρχαιότητας και κατασκεύαζαν σπίτια και χώρους διασκέδασης για ένα λαό που θα ζούσε σύμφωνα με τις ηθικές αρχές του Πλουτάρχου.

"Η ελληνική αρχιτεκτονική αντίληψη βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον αστικό κλασικισμό. Εδώ δε γίνεται καμιά προσπάθεια απόκρυψης, όλα διαπνέονται από τη φιλοδοξία του δημιουργού να φανερωθεί σε ιδανική γυμνότητα. Πόσο αλλιώτικα αισθανόταν π.χ. ο αρχιτέκτονας των πρώτων χρόνων του γερμανικού ράιχ, που κυριολεκτικά ντρεπόταν να αφήσει ένα κομμάτι του οικοδομήματος να πει τι είναι, γιατί προφανώς θεωρούσε κάτι τέτοιο χυδαίο", γράφει ο ελληνιστής Egon Friedell στην πολιτιστική ιστορία του της Αρχαίας Ελλάδας.

Το πάθος με το οποίο η Ευρώπη ρίχτηκε στη σπουδή του ελληνικού πολιτισμού από την Αναγέννηση και πέρα οδήγησε στη διεξοδική και άνευ προηγουμένου γνώση της Αρχαιότητας. Δεν πρέπει όμως να συγχέουμε την επαφή με την εξοικείωση, τη γνώση με την επίγνωση. Παρά τη βαθιά τους γνώση και την αγάπη τους για την Ελλάδα οι αρχαιόφιλοι Ευρωπαίοι δεν κατόρθωσαν ποτέ να εξοικειωθούν με τους; Έλληνες, πράγμα εντέλει ολότελα φυσικό.

Ορέστης Ηλιανός


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

Gibbon, Ηistoire du dιclin et de la chute de l'empire romain, Robert Laffont, Paris 1983
L. Genicot, Le monde mιdieval, in Encyclopaedia Universalis, Paris 1980
K. Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα τ. Α', Αθήνα 1984
Φ. Γρηγορόβιος, Ιστορία της πόλεως των Αθηνών, Γρηγοριάδης, Αθήνα 1977
E. Th. Rimli, Histoire universelle v. II, Εd. Stauffacher, Zurich, 1956
E. Friedell, Πολιτιστική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, Πορεία, 1986
M. Praz, Nιo-classicisme, in Encyclopaedia Universalis, Paris 1980
C. Fauriel, Τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια (εισαγωγικός λόγος), Νίκας, Αθήνα 1956
W. Durant, Ηistoire de la civilisation, l'βge de la foi, Ed. Rencontre, Lausanne, 1966
J. Morel, Tragιdie, in Encyclopaedia Universalis, Paris, 1980
J.-C. Margolin, Renaissance, in Encyclopaedia Universalis, Paris 1980

1 Εγκυκλοπαιδικό λεξικό της Πρωίας
"Η συνέχεια μεταξύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης είναι έκδηλη σε πάμπολλους τομείς της κοινωνικής, της πολιτικής, της οικονομικής ζωής" (J.-C. Margolin, art. Renaissance, in Enc. Universalis