Περιεχόμενα

Επιλογές Θεμάτων

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

Βρισκόμαστε στο έτος 330 και ο αυτοκράτωρ μόλις έχει μεταφέρει την πρωτεύουσα της τεράστιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Νέα Ρώμη του Βοσπόρου. Οι συμβουλές των αστρολόγων που του υπέδειξαν την 11η Μαΐου βγήκαν αληθινές, μια θρησκευτική πρωτεύουσα με τ’ όνομά του. Καλπάζει προς την Κωσταντινούπολη και στη σκόνη της αυτοκρατορικής άμαξας σπρώχνεται και ανταλλάσσει βρισιές ένα συνονθύλευμα αγελαίων ανθρώπων, μια στριφογυριστή δίνη ετερόκλητης ανθρωπόμορφης σάρκας. Οι προελεύσεις όλων αυτών μπορεί να είναι διαφορετικές, η κατεύθυνσή τους όμως κοινή. Τρέχουν στη νέα πρωτεύουσα και ονειρεύονται ν΄ αποτελέσουν το νέο της πληθυσμό. Να γίνουν “Κωνσταντινουπολίτες”. Αρμένιοι, Φρύγες, Γαλάτες, Αιγυπτιώτες, Γότθοι, Σύριοι, Ιταλιώτες και ελλαδίτες καιροσκόποι και τυχοδιώκτες, σπεύδουν να αδράξουν τις νέες ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά τους. Οι περισσότεροι από δαύτους που συγκροτούν το συγχυσμένο τούτο πλήθος, ονειρεύονται για τον εαυτό τους μια θέση κρατικού λειτουργού. Ονειρεύονται ότι σε ένα δύο χρόνια θ΄ αποτελούν αυτοί τη νέα γραφειοκρατία της Αυτοκρατορίας: αξιωματούχοι, γραφιάδες, φοροεισπράκτορες, συμβουλάτορες και ιερείς της νέας θρησκείας.

Ο αυτοκράτωρ δίνει συγχαρητήρια στον εαυτό του και μακαρίζει την τύχη να έχει μια μητέρα σαν την Ελένη. Θυμάται χρόνια πριν, τότε που προσπαθούσε να πιάσει το πνεύμα των καιρών και εύχεται σιωπηλά στον εαυτό του το νέο του εγχείρημα να έχει τόση επιτυχία όση το πρώτο, όταν ανακήρυξε τον Χριστιανισμό μόνη επίσημη Θρησκεία της Αυτοκρατορίας. Θυμήθηκε το αλλοπρόσαλλο μωσαϊκό από έθνη, φυλές, γλώσσες, έθιμα και λατρείες που πλημμύριζε από την εποχή του Αυγούστου κιόλας τα σοκάκια της Ρώμης, εκείνο το ακαθόριστο κοπάδι που ήταν έτοιμο ανά πάσα στιγμή ν΄΄ αγκιστρωθεί σε ο,τιδήποτε καταφέρνε να του δώσει μία ενιαία οντότητα ώστε ν΄ αποκτήσει σαφή μορφή και αυτοαναπαραγωγική ικανότητα και αναρωτήθηκε πώς τόσοι και τόσοι μεγάλοι άνδρες πριν από αυτόν δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς χρειαζόταν εκείνος ο συρφετός. Αυτός ήταν ο μόνος που το κατάλαβε, ο μόνος που έπιασε και ερμήνευσε το ψιθύρισμα των καιρών και, δίχως τους ενδοιασμούς των προγενεστέρων του, έστρεψε τον Χριστιανισμό ενάντια στην πολυμορφία που καλλιεργούσαν οι άχρηστες πια για την αυτοκρατορική εξουσία εθνικές λατρείες. Το μόνο που τον ενδιέφερε τώρα ήταν να τρανώσει η επώνυμη πόλη του.

3 χρόνια μετά...

Η μητέρα του αυτοκράτορα τις τελευταίες εβδομάδες δεν λέει να κλείσει μάτι, υποφέρει από φοβερές αϋπνίες, σαν κάτι να την κατατρώει. Περνά της νύχτες του άγρυπνου μαρτυρίου της στο παρεκκλήσι του παλατιού, προσευχόμενη συνεχώς και διαβάζοντας Ψαλμούς του Δαβίδ και ξόρκια για το κακό μάτι. Έχει πλέον φτάσει στα όρια της, γι αυτό και την επομένη ημέρα μαζεύει όλους τους έμπιστους σ΄ αυτήν αυλικούς και τους εξομολογείται το εσωτερικό μαρτύριό της.
Ο μάγος και εξορκιστής Συλβέστρος, ο πνευματικός της, ο ίδιος που είχε κατατροπώσει με τις ταχυδακτυλουργίες του τους δώδεκα ραβίνους συναδέλφους του μπροστά στον θρόνο του υιού της, είναι έξυπνος και πολύ πρακτικός άνθρωπος. Αφουγκράζεται αμέσως την πηγή των μαρτυρίων της μητέρας του αυτοκράτορα, πιάνει στον αέρα αυτό που σχηματοποιεί η αφανέρωτη προσδοκία της, κάτι αόρατο σε όλους τους άλλους. Αφήνει να περάσει ένα ακόμη μαρτυρικό γι΄ αυτήν βράδυ και την επόμενη ημέρα, μετά τον εσπερινό, πλησιάζει γοργά την αυτοκρατορική μητέρα προσκαλώντας την να μιλήσουν στα ιδιαίτερά της. Στο υποβλητικό μισοσκόταδο, της αφηγείται ένα υποτιθέμενο όραμά του.
Ο εξορκιστής Συλβέστρος είναι, όντως, ένας έξυπνος και πολύ πρακτικός άνθρωπος…

“Σεβασμιοτάτη, εχθές το βράδυ είδα ένα θείο όνειρο…”. Την αφήνει να πιαστεί στις αριστοτεχνικά στημένες παγίδες του
“Και λοιπόν άγιε πατέρα, ήμουν κι εγώ στο όνειρο;” τον ρωτάει.
“Μάλιστα Σεβασμιοτάτη” απαντάει μονολεκτικά ο μάγος και αφήνει το θήραμα να καταπιεί το δόλωμα. “Μίλα επιτέλους, μα τον Ύψιστο !”
“Να Σεβασμιοτάτη, πώς να το πω, δεν ξέρω… σας είδα στη μέση της ερήμου, ολομόναχη, να μιλάτε και να μην υπάρχει κανείς να σας απαντήσει. Κι εσείς ερωτούσατε και ξαναερωτούσατε, μα απάντηση καμμιά... Και ύστερα, την επόμενη στιγμή, σας είδα Σεβασμιοτάτη να κουβαλάτε πέτρες μεγάλες με τα γυμνά χέρια σας. Ώσπου μάτωσαν οι παλάμες σας, εσείς όμως συνεχίσατε να κουβαλάτε πέτρες και σιγά - σιγά χτίσατε ένα εκκλησάκι... Χτυπήσατε το σήμαντρο και πλήθος αμέτρητων πιστών άρχισε να καταφθάνει, ψάλλοντας ύμνους στ΄ όνομά Του.”

Η μητέρα του αυτοκράτορα έχει μείνει αποσβολωμένη να κοιτά μία τα τρεμάμενα χέρια της και μία τον Συλβέστρο. Ο αυτοκρατορικός μαύρος μάγος είναι όντως ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος και πολύ καλός υποκριτής. Με τους αλλεπάλληλους κομπασμούς και τις παύσεις που έκανε κατά τη διάρκεια της αφήγησης, με το υποκριτικά σεβαστικό του βλέμμα να αντικρίζει το δάπεδο, μόνο μία φορά τόλμησε να την κοιτάξει στα μάτια, τότε που της είπε ότι μάτωσαν οι παλάμες της, για να δει στο δικό της βλέμμα αν είχε καταλάβει αυτό που ήθελε να την κάνει να καταλάβει, ότι δηλαδή το αίμα τάχα προέρχονταν από Εκείνον, τον Λυτρωτή τους. Με τα τρεμάμενα χέρια του να την οδηγούν έμπειρα στο μυστηριακό τοπίο την υπέβαλε πλήρως στο όραμά του.

“Νομίζω ότι ο Μεγαλοδύναμος μου στέλνει μια νέα δοκιμασία…” λέει ξέπνοα η Ελένη, έχοντας χάσει όλο της το θάρρος.
“Ο Θεός θέλει να σας δοκιμάσει Σεβασμιοτάτη σε μια νέα εκστρατεία, για να οικοδομήσει τον λόγο Του και να τον γνωρίσουν ακόμα και οι άπιστοι, οι αιρετικοί, οι ειδωλολάτρες και οι εθνικοί”.
“Νομίζεις, άγιε πατέρα;” τον ρωτά η Ελένη και η φωνή της φανερώνει ότι μια σπίθα έχει ξανανάψει μέσα της.
“Μα είναι ολοφάνερο. Τι άλλο θα μπορούσε να ζητά ο Θεός από τη γυναίκα που κρατά όλη την αυτοκρατορία στα χέρια της , παρά κάτι ανάλογο του αναστήματός της και της θέσης της;”
Η Ελένη σηκώνεται και βηματίζει νευρικά σκεπτόμενη ήδη τις λεπτομέρειες της ανοικοδόμησης του Ναού του Πανάγιου Τάφου. Εξηγεί στον ικανοποιημένο Συλβέστρο όλες τις οργανωτικές λεπτομέρειες και εκείνο το βράδυ υπήρξε για αυτήν το πρώτο εδώ και πολύ καιρό που απόλαυσε ένα ήρεμο ύπνο.

Έκτοτε, ο τρόπος του Συλβέστρου έμεινε ο πλέον ενδεικνυόμενος και προτιμητέος από τους μαύρους μάγους της θανατολαγνείας για να παρασέρνουν τους θεομανείς, τους φοβικούς, ή, απλώς, τους αφελείς ανθρώπους στον σκοτεινό ύπνο Εκείνου που υπηρετούν.

Κ. Κεχαγιάς